ΔΟΥΚΙΣΣΑ ΤΗΣ ΠΛΑΚΕΝΤΙΑΣ: Η τραγική ιστορία μιας σπουδαίας φιλελληνίδας



Στις 2 Απριλίου του 1785, στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ, γεννήθηκε η Δούκισσα της Πλακεντίας, Γαλλίδα αριστοκράτισσα με ένθερμη φιλελληνική δράση την περίοδο της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και κατά τα πρώτα μετεπαναστατικά χρόνια.


Σοφί Μπαρμπέ ντε Μπαρμπουά ήταν το επίσημο, πατρικό της όνομα. Πατέρας της ήταν ο μαρκήσιος Φρανσουά Μπαρμπέ ντε Μπαρμπουά (1745-1834) γνωστός και διακεκριμένος πολιτικός κατά την περίοδο της Α ´ αυτοκρατορίας, καθώς και της Παλινόρθωσης των Βουρβόνων και μητέρα της ήταν η Αμερικανίδα Ελίζαμπεθ Μουρ, κόρη του Γουίλιαμ Μούρ, κυβερνήτη της Πενσυλβανία. Η Σοφί, μόλις 19 ετών, παντρεύτηκε τον στρατηγό Αν Σαρλ Λεμπρέν (1775-1859), ο οποίος ήταν υπασπιστής του Ναπολέοντα Α´. Το 1824 ο σύζυγός της κληρονόμησε από τον πατέρα του τον τίτλο του Δούκα της Πλακεντίας. Εκείνη όμως τη χρονιά, το ζευγάρι χώρισε, χωρίς ωστόσο να κινήσουν διαδικασίες διαζυγίου.


Η Δούκισσα, πλέον, της Πλακεντίας έφυγε από τη Γαλλία σε ηλικία 49 ετών, παίρνοντας μαζί της τη μονάκριβη κόρη της Ελίζα, έχοντας στο πλευρό της τον θαυμαστή της, ποιητή και θερμό φιλέλληνα Καζιμίρ Ντελαβίν (1793-1843), τον οποίο όμως αργότερα εγκατέλειψε στη Γένοβα.

Εκείνη την εποχή η χώρα μας ξεκινούσε τα πρώτα της βήματα σαν ανεξάρτητο κράτος και η Γαλλίδα αριστοκράτισσα θεώρησε αναγκαίο να βοηθήσει την Ελλάδα, παρέχοντάς της μεγάλη οικονομική ενίσχυση.


Αρχικά, έδειξε την υποστήριξή της στον Καποδίστρια, στην συνέχεια, όμως, στράφηκε εναντίον του. Όταν πληροφορήθηκε τη δολοφονία του Κυβερνήτη, βρισκόταν στην Φλωρεντία και εξέδωσε φυλλάδιο, υποστηρίζοντας τους Μαυρομιχαλαίους για την εγκληματική τους πράξη.

Μητέρα και κόρη, «μαγεμένες» από την λατρεία τους για την Ελλάδα, θεώρησαν απαραίτητο να κάνουν ένα ταξίδι για να δουν επιτέλους από κοντά τη χώρα που τόσο αγαπούσαν. Τον Δεκέμβριο του 1829 η Γενική Εφημερίδα της Ελλάδος έγραψε:


«Η Δούκισσα της Πλακεντίας έφτασε μετά της θυγατρός αυτής εκ Κερκύρας εις Ναύπλιον την 22 Δεκεμβρίου μετά πολύ πολυήμερον πλουν επί του βρικίου «Άρεως», διοικουμένου παρά του πλοιάρχου Μιαούλη και διορισθέντος παρά του Κυβερνήτου εις την διάθεσιν της Δουκίσσης».


Το 1834 εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Ελλάδα και συγκεκριμέναστην πρωτεύουσα, αφού έγινε επίλεκτο μέλος της υψηλής Αθηναϊκής κοινωνίας, συνεχίζοντας την φιλελληνική της δράση.


Με δική της δαπάνη ίδρυσε σχολείο θηλέων που αρχικά λειτούργησε στην Αίγινα και κατόπιν στο Ναύπλιο. Το ενδιαφέρον τηςγια την εκπαίδευση των παιδιών που προέρχονταν από οικογένειες ηρώων- αγωνιστών ήταν μεγάλο, ενισχύοντας την νεοσύστατη δημοτική εκπαίδευση . Η «Γενική Εφημερίδα της Αίγινας» στο φύλλο που εξέδωσε στις 19 Μαρτίου του 1830, έγραψε: «Προς την Κυρίαν Δούκισσαν της Πλακεντίας αναλαβούσαν την εκπαίδευσιν των δώδεκα Ελληνίδων και μαθώσασαν επί τούτο διδασκάλων την ενάρετου χείραν του μακαρίτου Κλεοβούλου, ομολογήσατε εκ μέρους της Κυβερνήσεως τας ανηκούσας ευχαριστίας βεβαιούντες ότι θέλομεν διαδεχθεί το έργον, του οποίου την πρώτη αρχή θέλει αποδίδει η επερχόμενη γενεά εις την φιλέλληνα και φιλάνθρωπο κ.Δούκισσαν.».


Επίσης, χρηματοδότησε και τα «Ελληνικά Χρονικά» του Μεσολογγίου, τη β´ έκδοση, και πραγματοποίησε αρκετές ακόμη σημαντικές φιλανθρωπικές δράσεις.


Το πνεύμα φιλελληνισμού της Δούκισσας έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην επανάσταση του 1821. Η ίδια, καθώς και η κόρη της, διετέλεσαν ενεργά μέλη του Φιλλεληνικού Κομιτάτου στο Παρίσι, σκοπός του οποίου ήταν να ενισχύσει τους Έλληνες στον αγώνα διεκδίκησης της ανεξαρτησίας τους από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.


Ο Πρωτοσύγκελος Αμβρόσιος Φραντζής μιλάει ξεκάθαρα στο έργο του για τις υπέρ Ελλήνων εισφορές από την Ευρώπη και την Αμερική, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά στις προσφορές της ίδιας, αλλά και της κόρης της. Η Δούκισσα δώρισε υπέρογκα ποσά για να βοηθήσει τους Έλληνες. Η κόρη της, μάλιστα, προσέφερε όλα της τα κοσμήματα, λέγοντας: «Αγαπώ καλύτερα να μη φορέσω στη ζωή μου διαμαντικά και να βοηθήσω τους Έλληνες.». Λέγεται ότι το συνολικό ποσό που διέθεσαν στη χώρα μας οι δύο γυναίκες έφτασε τα 23.000 φράγκα, ενώ άλλες πηγές μιλούν ακόμα και για 44.000 φράγκα.


Αφού εγκαταστάθηκε μόνιμα στην Αθήνα, συνέχισε τις δωρεές, χρηματοδοτώντας την αγορά υλικών για την Καλλιτεχνική σχολή του Πολυτεχνείου, δωρίζοντας, μάλιστα, 102 λιθογραφίες. Με προσωπικά της έξοδα, κλήθηκε να διδάξει το μάθημα της ζωγραφικής ο περίφημος Γάλλος ζωγράφος Pierre Bonirote σε επιλεγμένους φοιτητές. Η ίδια δίδασκε γαλλικά σε κορίτσια επιφανών ελληνικών οικογενειών. Μαθήτριες της ήταν η Παναγιώτα Μαυρομιχάλη, κόρη του Πετρόμπεη, η ξαδέρφη της, Φωτεινή Μαυρομιχάλη, κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αμαλίας, η επιστήθια φίλη της, Ελένη Καψάλη, κόρη του ήρωα του Μεσολογγίου Χρήστου Καψάλη και μετέπειτα σύζυγος του Δ. Σκουζέ. Αξίζει να σημειωθεί ότι εκτός των άλλων δωρεών και ευεργεσιών που προσέφερε, πολύ σημαντικά είναι και τα έργα κοινής ωφέλειας, στα οποία συνέβαλε, στις περιοχές Πεντέλη, Χαλάνδρι και Μαρούσι, όπως κρήνες, γέφυρες, δρόμους και πολλά άλλα έργα που την έκαναν ιδιαιτέρως αγαπητή στους ντόπιους.


Το 1836 η θυγατέρα της Ελίζα, πληροφορήθηκε τον θάνατο του μνηστήρα της Ηλία Κατσάκου - Μαυρομιχάλη, Ταγματάρχη και υπασπιστή του Όθωνα, από επιδημία χολέρας στο Μόναχο της Γερμανίας. Εκεί το κορίτσι υπέστη νευρικό κλονισμό, δεν έφτανε όμως μόνο αυτό, αλλά προσβλήθηκε και από φυματίωση, που τότε ήταν μία σχεδόν ανίατη αρρώστια. Η μητέρα της έκανε τα πάντα για να την γλυτώσει απο την ασθένεια ,γνωστή και ως «χτικιό». Δυστυχώς, άφησε την τελευταία της πνοή στην Βηρυτό το 1837.


Η απώλεια της μονάκριβης κόρης της έκανε τη Δούκισσα να υποστεί συντριπτικό πλήγμα, οδηγώντας την σχεδόν στην παράνοια.


Αρνήθηκε κατηγορηματικά την ταφή της Ελίζας και έσπευσε να ταριχεύσει τη σορό της, την οποία και μετέφερε στην Αθήνα, εναποθέτοντάς την σε ένα δωμάτιο της προσωρινής της κατοικίας κοντά στη γνωστή σήμερα πλατεία Κουμουνδούρου.


Έκτοτε, η συμπεριφορά της έγινε αλλόκοτη, άρχισε να πρεσβεύειτα δικά της θρησκευτικά "πιστεύω", ένα μείγμα μωαμεθανισμού και ιουδαϊσμού. Δυστυχώς, το αποκορύφωμα αυτής της τραγικής ιστορίας δεν άργησε να έρθει, όταν το 1846 καταστράφηκε ολοσχερώς από πυρκαγιά η προσωρινή της οικία και μαζί αποτεφρώθηκε η ταριχευμένη σορός της Ελίζας. Αυτό την έκανε απόμακρη και εσωστρεφή. Επίσης, λόγω μιας ασθένειας, της υδρωπικίας, από την οποία έπασχε, μετά το τραγικό συμβάν, η κατάστασή της επιδεινώθηκε σοβαρά.


Μοναδική διέξοδο έβρισκε στις περιηγήσεις που έκανε σε κοντινούς προορισμούς της Αθήνας. Μια μέρα, λοιπόν, που είχε επισκεφτεί την Πεντέλη, η μοναδική μυρωδιά του φρέσκου βουνίσιου αέρα, τα πυκνά πλατάνια, το κρυστάλλινο νερό των πηγών, τα ποτάμια, οι ρεματιές και το μελωδικό κελάηδημα των πουλιών την μάγεψαν. Άρχισε τις συχνές επισκέψεις στην Πεντέλη συνοδευόμενη από τον καλό της φίλο, τον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη (1892 -1862). Το όνειρό της ήταν πια να ιδρύσει το Δουκάτο της, την Νέα Πλακεντία και η Πεντέλη αποτελεί τον ιδανικό τόπο.

Η Δούκισσα της Πλακεντίας λόγω της μεγάλης οικονομικής της επιφάνειας κατάφερε, μετά απο σκληρές διαπραγματεύσεις, στις 27 Μαρτίου του 1840 να αγοράσει απο την Ιερά Μονή Πεντέλης 1738 στρέμματα γης.


Παρομοίως, επένδυσε και σε άλλες περιοχές, στα περίχωρα της Αθήνας, χτίζοντας μέγαρα, σε σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα και φίλου της Σταμάτη Κλεάνθη.



Μία προφητεία την οποία πίστευε η ίδια, έλεγε ότι θα πέθαινε, όταν ολοκληρωνόταν η οικοδόμηση της κατοικίας της. Για τον λόγο αυτό, κάποια κτήρια δεν ολοκληρώθηκαν.


Ένα Μέγαρο ήταν χτισμένο στις όχθες του Ιλισού και ονομαζόταν «Βίλα Ιλίσια», όπου διατηρούσε την χειμερινή της κατοικία. Χτίστηκε το 1840 έως το 1848 και σήμερα, εκεί στεγάζεται το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο (Βασιλίσσης Σοφίας 22).

Άλλα δυο μέγαρα άρχισαν να χτίζονται επίσης το 1840 στην αγαπημένη της Πεντέλη. Το "Maisonnette" ή «Σπιτάκι» και το «Καστέλο της Ροδοδάφνης», στο οποίο φιλοξενούνται στις μέρες μας οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Πεντέλης. Την ίδια χρονιά άρχισε η οικοδόμηση του κτηρίου " Plaisance" ή «Πλακεντίας», καθώς και το "Tourelle" ή «Πυργάκι», τα οποία βρίσκονται στον δρόμο προς τη Μονή και προορίζονταν για ξενώνες που όμως έμειναν ημιτελή.

Η Σοφί Μπαρμπέ ντε Μπαρμπουά, η "Δούκισσα της Πλακεντίας", έφυγε απο τη ζωή τον Μάιο του 1834 στην Αθήνα στα 69 της χρόνια.


Ο τάφος της ήταν αρχαιοπρεπής, σε σχήμα ναΐσκου, από πεντελικό μάρμαρο, χτισμένος σε σχέδια του Σταμάτη Κλεάνθη, κοντά στη "Maisonnette" στην Πεντέλη, κοντά στη σημερινή πλατεία. Η εφημερίδα «Ελπίς» στις 17 Μαΐου 1854 έγραφε: «αι μικραί ιδιοτροπίαι της ουδένα έβλαψαν, πολλούς όμως ωφέλησαν και ουδαίν αφαιρούσι του σεβασμού τον οποίον το Κοινόν έφερεν προς αυτήν, ως γυναίκα ενάρετο και φιλάνθρωπον».


Ανδρέας Μούτσελος

30 views