Πάτρα 1821-1828 : Ο εθνικός διχασμός & οι ξένες δυνάμεις στέκονται εμπόδιο στην απελευθέρωση



Η πόλη της Πάτρας ήταν ένα από τα πιο σημαντικά φρούρια της Πελοποννήσου, λόγω της στρατηγικής της θέσης. Το φρούριό της παρείχε μία από τις σημαντικότερες παραλιακές οχυρώσεις στον Μοριά, ενώ το λιμάνι της αποτελούσε σημείο ανεφοδιασμού σε τρόφιμα και στρατό, αλλά και μέσο σύνδεσης με τη Στερεά και την Ηπειρωτική Ελλάδα. Επίσης, ο σημαντικός πλούτος της πόλης θα εξασφάλιζε πολύτιμα λάφυρα και δύναμη σε όποιον την πολιορκούσε. Έτσι, οι μεγάλες προσδοκίες προκάλεσαν ακόμα μεγαλύτερες αντιπαλότητες μεταξύ των υποψήφιων πολιορκητών.


Από τον Φεβρουάριο του 1821 οι Πατρινοί σταμάτησαν να πληρώνουν τους φόρους στον σουλτάνο και άρχισαν να κυκλοφορούν ένοπλοι. Στην πόλη επικράτησε αναβρασμός και στις 23 Μαρτίου οι Τούρκοι, αφού μετέφεραν τις οικογένειές τους στο φρούριο της Πόλης, άρχισαν εξαγριωμένοι επίθεση με κανονιοβολισμούς.


Μετά την κήρυξη της επανάστασης, οι πρόκριτοι Ιωάννης Παπαδιαμαντόπουλος, Ανδρέας Λόντος, Μπενιζέλος Ρούφος, Ανδρέας Ζαΐμης, ο Σωτήριος Θεοχαρόπουλος, ο Επίσκοπος Κερνίτσης και Καλαβρύτων Προκόπιος και ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός Γ΄ καταφθάνουν με τις ομάδες τους στην Πάτρα και παίρνουν μέρος στον αγώνα της πολιορκίας του κάστρου. Στις 3 Απριλίου, ο Τούρκος στρατηγός Γιουσούφ Σέρεζλης, με υπόδειξη του Άγγλου προξένου, καταλύει την πολιορκία των Ελλήνων και, στη συνέχεια, λεηλατεί και καταστρέφει την πόλη. Ακολούθησε δεύτερη προσπάθεια πολιορκίας της Πάτρας από τους επαναστατημένους Έλληνες στις 12 Μαΐου, η οποία απέτυχε λόγω έλλειψης τροφίμων και πολεμοφοδίων.


Το φθινόπωρο του 1821, μετά την άλωση της Τριπολιτσάς, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης επιθυμεί να πολιορκήσει την Πάτρα ως μία από τις πιο σημαντικές παραθαλάσσιες τουρκικές βάσεις. Οι κοινοτικοί άρχοντες της Αχαΐας (Α. Ζαΐμης, Σ. Χαραλάμπης, Π. Πατρών Γερμανός), όμως, δεν επιθυμούσαν ο Κολοκοτρώνης να επικρατήσει σε όλη την Πελοπόννησο και να χάσουν την εξουσία τους. Απέτρεψαν την εκστρατεία του, επικαλούμενοι το ενδεχόμενο εμφύλιου πολέμου. Η διαμάχη μεταξύ προεστών και οπλαρχηγών μόλις είχε ξεκινήσει.


Στη συνέχεια, οι Α. Ζαΐμης, Α. Λόντος, Σ. Παπαδιαμαντόπουλος, Θ. Κανακάρης, Γ. Τσέρτος, με 3.000 άνδρες, προσπάθησαν μόνοι τους να πολιορκήσουν την πόλη. Κατέλαβαν πρόσκαιρα το Γηροκομείο, την Περιβόλα, το Σαραβάλι και επιτέθηκαν στο φρούριο στις 21 Οκτωβρίου. Λόγω έλλειψης πολεμικών μέσων, όμως, δεν τα κατάφεραν. Αντίθετα, προκάλεσαν την ολοκληρωτική πυρπόλησης της πόλης από του Τούρκους, προκειμένου οι επαναστάτες να μην βρίσκουν προμαχώνες. Στις αρχές Νοεμβρίου, με οδηγία του Δ. Υψηλάντη, κατέφθασε ο Β. Πετμεζάς, για να ενισχύσει την πολιορκία. Οι κοινοτικοί άρχοντες και πολεμικοί τοπικοί ηγέτες ζήτησαν από τον Πετμεζά να αποχωρήσει άμεσα, με την πρόφαση ότι η είδηση του ερχομού του στην Πάτρα προκάλεσε ταραχές στην πόλη. Μόνο η τοπική ηγεσία «έπρεπε» να συνεχίσει την πολιορκία, ώστε να διατηρήσει την εξουσία της. Οι προσπάθειες απέτυχαν και, μέχρι τις αρχές του 1822, η πόλη εξακολουθούσε να βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή.





Στις 22 Φεβρουαρίου, καταφτάνει στην ευρύτερη περιοχή της Πάτρας ο Θ. Κολοκοτρώνης και ζητά βοήθεια από τους οπλαρχηγούς Ζαϊμη, Πετμετζά, Δεληγγιάννη, Κουμαριανό, Πλαπούτα, Κουμαριωτέους κ.α. Στις 25 Φεβρουαρίου, 5.000 Τούρκοι βγήκαν από το κάστρο και λεηλάτησαν την πόλη. Οι οπλαρχηγοί κατάφεραν να συγκεντρώσουν 6.500 επαναστάτες και στρατοπέδευσαν σε δύο σημεία. Οι πολιορκημένοι Τούρκοι δέχονται νέα στρατιωτική ενίσχυση 12.000 στρατιωτών από τη Ναύπακτο και περιμένουν ακόμα 80.000 από τα Γιάννενα.


Στις 2 Μαρτίου του ίδιου χρόνου, 2.000 Τούρκοι πολιόρκησαν τη μονή του Γηροκομείου. Την ίδια μέρα, o Θ. Κολοκοτρώνης, για να αποκλείσει τις ενισχύσεις από τα Γιάννενα, μετέφερε το στρατηγείο του και μεγάλο μέρος του στρατού στο Σαραβάλι (οχυρό με περίοπτη θέση στον κάμπο της Πάτρας) και εγκατέστησε τους υπόλοιπους στους γύρω λόφους (Γηροκομείο, Πουρναρόκαστρο, Παλαιόκαστρο, Σελλά, Ληνό του Σαϊτάγα).





Στις 9 Μαρτίου 1822, με ιππικό, πυροβολικό και μεγάλη πεζική δύναμη, οι Τούρκοι επιχειρούν αιφνιδιαστική επίθεση στο κέντρο της ελληνικής στρατιωτικής βάσης, κυρίως κοντά στο Σαραβάλι και τη Μονή Γηροκομείου. Οι αμυντικές ελληνικές δυνάμεις δεν προλαβαίνουν οργανωθούν και αλλού αποχωρούν, αλλού διασκορπίζονται, ενώ αλλού μάχονταν ηρωικά. Ο Θ. Κολοκοτρώνης ενθάρρυνε με ένα στρατηγικό ψέμα τα μέτωπα: «Ετσάκισαν οι Τούρκοι, ετσάκισαν· πάρτε τους, Έλληνες, πάρτε τους». Η κατάσταση στο πεδίο της μάχης γρήγορα ανατράπηκε και οι Τούρκοι κατέληξαν σε άτακτη φυγή προς το κάστρο, με συνολικές απώλειες 1.000 νεκρών, τραυματιών και αιχμαλώτων. Ύστερα από τη νίκη του Σαραβαλίου, τα ελληνικά στρατεύματα συνέχισαν να πολιορκούν σθεναρά την Πάτρα.


Οι τοπικοί παράγοντες ανησυχούν πως ο Κολοκοτρώνης θα τα καταφέρει και πιέζουν την κυβέρνηση να του ζητήσει να εγκαταλείψει την Πάτρα και να ενισχύσει τον αγώνα στην Ήπειρο. Εκείνος διαμαρτυρόμενος αναχωρεί για την Κόρινθο και αφήνει αντικαταστάτη του τον Πλαπούτα. Προσπάθησε να πείσει την κυβέρνηση να του επιτρέψει να συνεχίσει τον αγώνα πολιορκίας της πόλης. Η κυβέρνηση προσποιήθηκε ότι συμφωνεί, του επέτρεψε να επιστρέψει στις αρχές Μαΐου, αλλά ποτέ δεν τον ενίσχυσε με χρήματα ή εφόδια. Εξακόσιοι άντρες παρέμειναν να προσπαθούν να πολιορκήσουν τους 12.000 Τούρκους. Στις 23 Ιουνίου του 1822, ο Κολοκοτρώνης αναγκάστηκε να διαλύσει την πολιορκία. Ακολούθησαν και άλλες ανεπιτυχείς και ασυντόνιστες προσπάθειες πολιορκίας.


Παρόλο που η απελευθέρωση της Πάτρας αποτέλεσε πρωταρχικό στόχο των πολιτικών και στρατιωτικών αρχηγών της επανάστασης, η πόλη δεν απελευθερώθηκε στο ξέσπασμα της επανάστασης, παρά μετά από επτά χρόνια, στις 7 Οκτωβρίου του 1828, όταν παραδόθηκε από τους Τούρκους στο στρατηγό Μαιζών, διοικητή του γαλλικού εκστρατευτικού σώματος. Οι ελάχιστοι εναπομείναντες Έλληνες ξεκίνησαν ένα νέο αγώνα επιβίωσης σε συνθήκες ελονοσίας, φυματίωσης και απόλυτης οικονομικής εξαθλίωσης.


Η δίψα για εξουσία και οι αντιπαραθέσεις μεταξύ προεστών και οπλαρχηγών και ο ρόλος των εξωτερικών δυνάμεων υπονόμευσαν κάθε προσπάθεια αποτίναξης του τουρκικού ζυγού. Ήταν τα πρώτα σημάδια για τις εξελίξεις του εθνικού διχασμού και την επίδραση των ξένων συμφερόντων που θα ακολουθούσαν στα κρίσιμα χρόνια της επανάστασης. Διδάγματα ιστορίας και λάθη που στοίχισαν σε ανθρώπινες ζωές και ελευθερία και, δυστυχώς, βλέπουμε διαχρονικά να επαναλαμβάνονται.


'Αννα Μαρία Τζωρτζίδη


Πηγές:

168 views